Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Χάθηκε η αγωγή για το επίδομα των 176 ευρώ των δικαστικών, Ποιες οι επιπτώσεις στους αστυνομικούς



ΛΥΣΤΕ blog ➤Στη σελίδα των συνταξιούχων αστυνομικών στο facebook ο Δημήτρης Καραγιαννόπουλος ανέβασε το κείμενο που ακολουθεί, με "συνημμένη" την απόφαση του ΣτΕ για την απόρριψη της προσφυγής των δικαστικών υπαλλήλων για το επίδομα των 176 ευρώ, μια απόφαση που όπως σημειώνεται, "συμπαρασύρει" και

τους αστυνομικούς.

Διαβάστε το εισαγωγικό σημείωμα και το σκεπτικό της απόφασης...



"Δυστυχώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 95/2013 απόφαση της Ολομελείας, δικάζοντας για τους δικαστικούς υπαλλήλους, απέρριψε τη σχετική αγωγή, η δε απόφαση αυτή αποτελεί επί του παρόντος δεδικασμένο για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους (συμπεριλαμβανομένων και των αστυνομικών). Απο ότι προβλέπεται όλες οι αγωγές που έχουν κατατεθεί για το Επίδομα 176 Ευρώ και αναμένεται να εκδικασθούν το 2014 θα απορριφθούν με βάση την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Υπάρχει το ενδεχόμενο όσοι δημόσιοι υπάλληλοι εισέπρατταν τα 176 ευρώ να κληθούν να τα επιστρέψουν!

Δείτε την απόφαση.
ΣτΕ.Ολ 95/2013

Επίδομα 176 Ευρώ - Δικαστικοί υπάλληλοι - Αρχή ισότητας -.

Αναίρεση απόφασης του Διοικητικού Εφετείου που έκρινε ότι η κατ’ εξαίρεση μη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής σε ορισμένες μόνον κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων συνιστά άνιση μεταχείρισή τους έναντι των υπολοίπων κατηγοριών στις οποίες αυτή εχορηγείτο και ότι προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισότητας θα πρέπει η εν λόγω παροχή να χορηγηθεί και σε όλους τους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα που δεν την έλαβαν. Κρίθηκε ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχε η αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της παροχής αυτής και στους αναιρεσιβαλλόμενους δικαστικούς υπαλλήλους, εφόσον αυτοί ελάμβαναν πρόσθετες μισθολογικές παροχές που υπερέβαιναν το ποσό της επίδικης (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) και αφετέρου από την συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απορρέει η υποχρέωση της Διοίκησης να επεκτείνει την χορήγηση στους δικαστικούς υπαλλήλους της εν λόγω παροχής, η οποία παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεν εξομοιώνεται με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.

Αριθμός 95/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Βηλαράς, Αικ. Χριστοφορίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Σαρρή, Σύμβουλοι, Ηλ. Μάζος, Μ.-Α. Τσακάλη, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Παπαδοπούλου και Δ. Μακρής καθώς και η Πάρεδρος Μ.-Α. Τσακάλη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 1 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Βασιλική Πανταζή, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

κατά των : 1) … και 25) …, κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους : α) Λάμπρο Γεωργακόπουλο (Α.Μ. 25632) και β) Γρηγόριο Κοσσυβάκη (Α.Μ. 7482), που τους διόρισαν με πληρεξούσια.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 792/2012 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1342/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Π. Ευστρατίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (ΦΕΚ Α΄ 214, βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου 248/2009. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3500/2009, 169/2010), του Παρέδρου Ηλία Μάζου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνει μέρος αντ’ αυτού στην διάσκεψη ως τακτικό μέλος η Πάρεδρος Μαρίνα Τσακάλη, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως.

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά νόμον, η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 1342/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτήν απερρίφθη η έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αριθ. 2796/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους, νομιμοτόκως, το ποσό των 4.294,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στην μηνιαία παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 20.12.2003 έως 31.12.2005.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ’ αριθ. 792/2012 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό κατ’ αρχάς ότι η κρινόμενη αίτηση, ασκηθείσα στις 3.12.2009, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 35 του νόμου αυτού, με την οποία αντικαταστάθηκαν τα τρία πρώτα εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) και αφενός μεν θεσπίσθηκε ως πάγια ρύθμιση ο κανόνας του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, αφετέρου δε προβλέφθηκε ότι, κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το εν λόγω ποσό, όταν προβάλλεται συγκεκριμένα, με το εισαγωγικό δικόγραφο αυτής, ότι η επίλυση της διαφοράς έχει για τον αναιρεσείοντα ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αιτήσεως ή ότι με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος κρίθηκε ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την ανωτέρω άποψη ενόψει του ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε το Δημόσιο με το εισαγωγικό δικόγραφο αυτής ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτό ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις, οι οποίες προσδιορίζονται στο ίδιο δικόγραφο, κατ’ επίκληση του υπ’ αριθ. πρωτ. 4704/9850/20.1.2009 εγγράφου, το οποίο υπογράφεται από Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με εντολή του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και έχει ενσωματωθεί στο κατατεθέν στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως. Με την ανωτέρω δε απόφαση κρίθηκε οριστικώς ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια προς επίλυση το ζήτημα αν, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, επιτρέπεται η επέκταση της χορηγήσεως της προβλεπομένης από το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 παροχής και σε κατηγορίες υπαλλήλων, για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου.

4. Επειδή, εφόσον, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 792/2012 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος κρίθηκε οριστικώς ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, όλοι οι ισχυρισμοί, τους οποίους προβάλλουν οι αναιρεσίβλητοι με το από 20.6.2012 υπόμνημά τους και με τους οποίους αμφισβητούν το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως λόγω του ύψους του ποσού της διαφοράς, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι πλήσσουν την ανωτέρω οριστική κρίση της αποφάσεως του Τμήματος, ως προς την οποία η υπόθεση δεν εισάγεται στην Ολομέλεια.

5. Επειδή, το άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, χορήγηση μισθού ή άλλης αμοιβής, όπως είναι τα κάθε φύσεως επιδόματα, εφόσον βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Κράτους, επιτρέπεται μόνον αν προβλέπεται από διατάξεις τυπικού νόμου ή κανονιστικής πράξεως της Διοικήσεως, εκδιδομένης βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, με την οποία πρέπει να καθορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις για την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας της Διοικήσεως.

6. Επειδή, με τις διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α΄ 180) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας για τους έμμισθους πολιτικούς υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ των οποίων και οι δικαστικοί υπάλληλοι. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Συλλογικές συμφωνίες», προβλέπονται, στις παραγράφους 1 και 2, τα ακόλουθα : «1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση». Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο «Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών», του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α΄ 110) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α΄) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2728/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) … 5. … 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002». Με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α΄ 297) καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1.1.2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, «το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α΄) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του». Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του. Περαιτέρω, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε ότι «… ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2004 … ως ειδική παροχή … διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. … Μετά την 31.12.2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις. …».

7. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του ν. 3016/2002, οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, κοινές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, «εν όλω ή εν μέρει», τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση ομοίως της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Εξάλλου, προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως ήταν, εν όψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλομίσθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήτηςσε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.        
                     http://elas-lyste.blogspot.gr/2014/01/176.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου